Για να σταματήσει να πέφτει χιόνι: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ
Για να καθαρίσετε την οθόνη σας: ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ
greece_glossy_wave_icon_128united_kingdom_glossy_wave_icon_128france_glossy_wave_icon_128germany_glossy_wave_icon_128italy_glossy_wave_icon_128spain_glossy_wave_icon_128russia_glossy_wave_icon_128serbia_glossy_wave_icon_128bulgaria_glossy_wave_icon_128turkey_glossy_wave_icon_128

20 Οκτωβρίου 2011

Μονομάχος


Μονομάχος

Ιδρωμένος...
Μπροστά, νηστικά τα θηρία.
Ιαχές θεατών που κραυγάζουν στο στέμμα...
Του αντίχειρα με δέος κοιτούν τη γωνία
διψασμένοι
τους βλέπεις, για των άλλων το αίμα...
Της δικής τους πληγής τις σταγόνες
διακρίνεις καλά... κι αγωνία.

Χορτασμένοι με ψωμί και θεάματα,
ναρκωμένοι στο δικό τους το ψέμα.
Πώς να νιώσουν τα δικά σου τα κλάματα
που έχεις ρίξει πριν βγεις στην αρένα...

Αν δεν ήσουν σε μάχη θα ‘χες βάλει τα γέλια.
Μη τρομάζεις... Κάντο εκεί!
Τι θα πάθεις αν αυτοί σου χρεώσουνε τρέλα
σε θηρία μπροστά έχεις βρεθεί...

Το συναίσθημα μέσα σου που τους τρομάζει
σου 'χουν μάθει θλίψη να λες...
Να θυμάσαι, παιδιά
πως λουλούδια ξεραίναμε μεσ' στα βιβλία
όταν οι άλλοι κλωτσούσαν γατιά...

19 Οκτωβρίου 2011

Νέμεσις



Νέμεσις
Σιγά να μιλάς, σιγά...
Πλάνεψες το σώμα όλο των ενόρκων.
Σιγά ν’ απαντάς.
Οι κατήγοροί σου έχασαν την μάχη...

Σιγά να θρηνείς, σιγά...
Ο γόος και ο οδυρμός ξυπνά την Αληκτώ.
Σιγά να σπαράζεις.
Ο ολολυγμός σου αναστατώνει την Τισιφόνη...

Ονείδισε την ενοχή,
χλεύασε την αθώωση...
Το πένθος γοργά περνά.
Το ‘μαθες κιόλας...

Οι Ευμενίδες ξαναγεννιούνται
κάθε που κοκκινίζει ο Ουρανός
και χύνει το αίμα του στους κόλπους της Γης...
Κι εσύ εκεί...
μαία στη γέννηση,
με περισσή φροντίδα στα μαλλιά τους...
Μ' ακόρεστη δίψα
προσμένοντας το λυτρωτικό φιλί που ποτέ δεν έρχεται... 

Σιγά να πίνεις, σιγά...
της εξιλέωσης τις τελευταίες στάλες πνοής...
Ενδόριστος 2011

16 Οκτωβρίου 2011

Οκτώβρης


Οκτώβρης...

Άλλος ένας Οκτώβρης, μες τις σκέψεις σου πάλι
μία μόνιμη ζάλη που δε γίνεται πάλη.
Φλόγα ενόρασης άτολμη, πυρκαγιάς πυροσβέστης...
Με τα χέρια στις τσέπες, πόσο ακόμα θ’ αντέξεις...

Δε βλέπω λόγο, λογικέ, γιατί να υποφέρεις
πασχίζοντας να μάθεις αν πράγματι τα ξέρεις...
Όσα νομίζεις γνώριζες, για δες τα εξ αρχής,
αν ζητάς τις αλήθειες, ψάξε πλάνες να βρεις...

Οι πρίγκιπες δεν ψάχνουνε γόβες μέσα στον κήπο
και κάστρα δεν γκρεμίζονται με φύσημα από λύκο...
Τ’ αρνάκια θα ‘ναι πάντοτε της μάνας τους καμάρι,
μα ήρωες, αν στη δράση τους τσακίσουν το ποδάρι...

Δίλημμα



Δίλημμα

Ραντεβού με δυο στις δύο...
Κάποτε πρέπει να επιλέξεις,
στο στίχο λείπουνε δυο λέξεις,
πάλι ποιητή θα μας φλομώσεις
γνωστά αποσιωπητικά...

Ραντεβού στις δύο, στο Θησείο.
Νεκρή ζωή στο μαυσωλείο,
πενήντα χρόνια που το χτίζεις.
Στο βάθος ξέρεις πως γκρεμίζεις.
Απατηλά τ’ αληθινά...

Ραντεβού που άργησες γιατί ναυάγησες
κι οι λέξεις μένουνε και περιμένουνε...
Ναι... δεν κοιμήθηκες, ξύπνιος κρατήθηκες.
Μα τι μ’ αυτό...
Ποιος σε κατάλαβε βρε θεοπάλαβε,
για ποιο σκοπό;
Ποιες οι θυσίες, οι ευεργεσίες και ποιον ωφέλησες
με τις αξίες, που όλοι έλεγαν
κρυμμένο «Εγώ»...
Ξέρεις και ξέρω, μια απ’ τα ίδια,
ίδια η συνήθεια,
ίδιος κι εγώ...

Τι να σου πω, αν θέλεις δες το,
μα έχω εντύπωση πως απ’ τις δυόμισι,
δυο ταξί κάλεσαν για γυρισμό...

Πριν κοιμηθώ



Πριν κοιμηθώ

Τ’ αυτιά κρατώ σφαλισμένα
ώσπου οι οιμωγές των οδυνών,
κλάμα γίνουν τοκετού.
Ο γιος μου ανοίγει τα μάτια…

Κι αν δεν προλάβω το γέλιο σου,
ξέρω, θα χαμογελάσουν τα σύννεφα…
Αντέχω ακόμα το βάρος των βλεφάρων
μέχρι το ξημέρωμα…

Ο ύπνος κάτω απ’ τις ηλιαχτίδες
γεννά πιο φωτεινά όνειρα…

Πρόστυχος στίχος


Πρόστυχος στίχος

Πεδινές συνοικίες
πλημμυρισμένες έφηβους με οράματα βουνών…
Κάποιους αδίστακτους εμπόρους ονείρων παιδικών,
φυγαδευμένους δοσίλογους αλλοτινών εποχών.
Κι εσύ εκεί… Μέτοχος στο αμέτοχο,
συμμέτοχος, παρατηρητής της αφόδευσης.
Λαλίστατος βερμπαλιστής θεωριών.
Συνήγορος αρρωστημένων πρακτικών.
Χοντρός, υποχόνδριος στην κρίση,
μόνο δυο βήματα απ’ τη δική σου δύση…
Οχυρωμένος πίσω απ’ την πένα…

Όχι άλλοι στίχοι… πριν γίνουν πρόστυχοι.

15 Οκτωβρίου 2011

Συμπόσιο



Συμπόσιο

Έφραξα τη ροή των ποταμών 
κι ήπια τη θάλασσα...
Σύννεφα δάμασα
να γεμίσω τις πηγές σου με τροχασμό ζωντανού νερού.
Κι έγινε σκόνη μέσα στο ποδοβολητό των αναμνήσεων
που τώρα πνίγει.
Κι εσύ γλιστράς,
αύρα πάνω από χείμαρρο...
στεγνό... 
Ακολουθείς τα δικά σου ρεύματα...

Ρεύματα - πνεύματα
με λευκούς χιτώνες...
έτοιμα να παραλάβουν τ’ άψυχο κουφάρι του Σπάρτακου.
Αγώνας επιβίωσης...
Ζωή και θάνατος,
μακριά από το προσδόκιμο.
Κοντά στο αδόκιμο,
το άδικο που μάχεται το δίκαιο.
Αγώνας εκτροπής να αναδομήσω τις όχθες...
ανατροπής...
Πώς να γιατρέψεις το χθες...

Χθες βράδυ





Χθες βράδυ

Φυσούσε κρύα, παγερή η μοναξιά το βράδυ,
Απ’ το σπασμένο τζάμι μου φτερούγισε ο Μουλείπης.
Κάθιδρος, άρρωστος, χλωμός, ένα με το σκοτάδι,
στα μάτια του όμως έλαμπε η ομορφιά της λύπης...

Μου ‘λειπες και του έστρωσα πρόχειρα το τραπέζι,
μπρούσκο κι Αϊ Γιώργη ανοίξαμε μα πέταξε στον κήπο,
βγήκε για ένα ζεϊμπέκικο ή η θλίψη μου μ’ εμπαίζει...
Λέξεις στερνές το δάκρυ του πως του ‘λειπε η Σουλείπω...

6 Οκτωβρίου 2011

Παιχνίδια παιδικά


Παιχνίδια παιδικά

Ζητάς να παίξουμε κρυφτό…

Πώς να κρυφτώ μέσα στις φτέρες;
Πίσω από βρύα ζουν κι οι βράχοι
σωστά το λες,
θαρρείς τους τρόμαξαν οι σφαίρες;

Λουφάξαμε… Παραλλαγή αστού.
Δεν κρύβονται έτσι οι ξωμάχοι,
θυμήσου αγώνες του λαού,
στην πόλη κρίθηκε η μάχη.

Δε σε γελώ με είδες… Φτου!

Σειρά μου, τα φυλώ εγώ.
Αργά μετρώ τα μάτια ανοίγω,
μέσα μου αν δω δε θα ‘ναι λίγο,
θα βρω αλήθειες… Φτου θα βγω!

Η μάσκα που φορέσαμε το δάκρυ δε στεγνώνει
κι αυτό αντί να εξατμιστεί κυλά ως στο σαγόνι.
Σωσίβιο σκάρτο ναυαγού, γελοίο προσωπείο,
που κάποιοι άλλοι έφτιαξαν σε ξένο εκμαγείο.

Έλα να παίξουμε τυφλόμυγα…

Τώρα μπορείς ν’ αναγνωρίζεις.
Άγγιξε τις ρυτίδες,
τις χαρακιές στο σώμα
ή όπου αλλού.

Κλειστά τα μάτια αλλά μυρίζεις,
ακούς τις αλυσίδες…
Τρέξε και φώναξε… Ξελεφθερία! Φτου!
Όσο αφή, ακοή και όσφρηση σε βοηθούν ακόμα…


28 Σεπτεμβρίου 2011

Η πόρτα



Η πόρτα

Κυριακή, φθινόπωρο, απόγευμα προς δύση
περνά εμμηνόπαυση η ζωή και το μαλλί έχει ασπρίσει.
Ταμπάκο που ξεράθηκε με γεύση σαν κατάρα,
ίσα που φτάνει ο καπνός για δυο στριφτά τσιγάρα.

Ζαχαρωμένο βύσσινο με άδετο σιρόπι,
πώς να σταθούμε ζωντανοί, λιγόστεψαν οι τρόποι.
Των άγγελων τον ασπασμό κοντεύω να ξεχάσω.
Ζάρι που κατρακύλησε και έφερε πάλι άσσο.

Κι αυτοί στην πόρτα στέκονται, δε μπαίνουν ούτε βγαίνουν.
Στα δόντια τους ο ψίθυρος σα συριγμός του ανέμου.
Κι όταν φωνάξω: “Κλείστε την! Κι εσείς ή μέσα ή έξω”,
βλέμμα ηλιθίων, θολερό, που δε μπορώ ν’ αντέξω.

Και μεγαλώνει ο θυμός, που ο άνεμος σφυρίζει.
Το θυμικό η λογική δύσκολα το ορίζει.
Έτσι, είναι μια απόφαση στην άκρη να τους σπρώξεις,
έξω στο φως μόνος να βγεις και πίσω να κλειδώσεις.

27 Σεπτεμβρίου 2011

Στη γούρνα


Στη γούρνα

Μ’ ένα μικρό αντίσκηνο γυρίζαμε το Αιγαίο.
Παιδιά αγνά, που πίστευαν σε όρκους αιωνίους.
Αλλιώς προσμένεις τη ζωή μα άγραφο το μοιραίο.
Όνειρο δίχως οδηγό, τέρμα στις Ιονίους.

Μακρύ ταξίδι ο γυρισμός,
στη θάλασσα φουρτούνα...
μα ευτυχώς που μοναχός
έσκυψες μες τη γούρνα.

Κι είδες καθρέφτες να μιλούν, είδωλα να δακρύζουν,
στο πάτωμα παιδιάστικα τα πόδια να χτυπούνε.
Το πρόσωπο αλύπητα μόνοι να χαστουκίζουν
και να ουρλιάζουν με κραυγές πως ξέρουν ν’ αγαπούνε.

Είδες αυτά στο διάβα, κι ήταν δασκάλα η ζωή.
Κάποια που ζήλεψες πολύ, κι άλλα πού ήταν πάθη.
Ήρθαν στιγμές, που τρόμαξες πως κόβεται η πνοή
κι άλλα πάλι, που έκρινες αδυναμίας λάθη.

Σκληρή πορεία ο γυρισμός,
μα γύρισες στην πόλη,
το 'ξερες πάντα ασφαλώς
μαζί δε θα ‘ταν όλοι.

Βρέθηκες όμως με όμοιους που είχαν ταξιδέψει...
που στη φουρτούνα επέζησαν μετά από ναυάγιο,
κάποιοι απ’ αυτούς δε γνώριζαν πως έξω έχει φέξει
μα ακόμα και στα σκοτεινά σου έδιναν κουράγιο.

Γείρε στο στήθος μου και καν' το μαξιλάρι,
δύσκολη απόψε η νύχτα στην Αθήνα...
πήρε η όψη σου γυαλάδα απ’ το φεγγάρι,
όλο το βράδυ δε θα κλείσω την κουρτίνα.

21 Σεπτεμβρίου 2011

Πόθο, ή νιώθω;


Πόθο, ή νιώθω;

Θυμάμαι μ’ είχες αγκαλιά παρόρμηση γεμάτη.
Κορμί γερμένο πάνω μου στο άστρωτο κρεβάτι,
με μάτια υγρά...
Μάτια γεμάτα λάμψη,
που μόνο ο ήλιος πιο πολύ μπορούσε να με κάψει.

Έψαχνα λέξεις να εξηγούν τι γύρευα από σένα,
μα ήταν όλα μέσα μας κομμάτι μπερδεμένα.
Θα ‘νιωθες;
Μπορούσες να με νιώσεις;
Γιατί ήταν πιο ξεχωριστή απ’ όλες τις ενώσεις.

Ρούχο λαμπρής να με φοράς, νερό για να με πίνεις.
Και ήθελα πάντα να διψάς κι ήθελα να μη γδύνεις,
το σώμα σου…
Φόρμα σου εγώ στο σώμα,
ύλη ρευστή, επίχρισμα ν' απλώνεται ένα στρώμα.

Κερί, μέλι και βότανα ζύμωσα να σ' αλείψω
και το μετάξι έξανα με τούλι να σε ντύσω.
Με ένιωσες;
Κατάλαβες τι νιώθω;
αίσθημα δίχως όνομα, που εύκολα λένε πόθο...

Το νιώθεις!
Είναι η σάρκα που καλεί, έλκει κι ο χαρακτήρας,
η λάβα όμως πυρπολεί και όχι ο κρατήρας...

9 Σεπτεμβρίου 2011

Μουσκέψαμε

Μουσκέψαμε

Μου είπες περιμένεις και δεν έρχομαι
Μεγάλο λάθος, γύρνα το κεφάλι
Δίπλα, σκιά σου στη βροχή είμαι και βρέχομαι
Κρύβομαι μόνο μη με δεις σε τέτοιο χάλι

Μου είπες πως αγάπησες το σύννεφο
Πόσο η ψυχή τρομάζει στο χαλάζι
Πλάνη δική μου το εγκώμιο στο άφοβο
Την ατολμία μου να νιώσεις δε με νοιάζει

Σου είπα στην ανάγκη θα σε στήριζα
Που να τη βρω τη δύναμη καρδιά μου
Νόμιζα δείχνω δυνατός αν δε θα γύριζα
Άλλωστε έλεγες, δεν είμαι στα καλά μου

Πες μου μαζί αν θες ξανά ν' ανοίξουμε ομπρέλα
Θυμήσου βόλτες στη βροχή που κάναμε και γέλα
Τα κάναμε όλα μούσκεμα, άχρηστη η ομπρέλα
Κόλλησε πάνω μου υγρή κι οδήγα με στην τρέλα

6 Σεπτεμβρίου 2011

Η οεοβόλος



Η οεοβόλος

Είσαι σκληρή και έφυγες χωρίς ενδοιασμό,
δύο τασάκια πέταξες μεσ’ στον παροξυσμό.
Επάνω στην κορνίζα σου αδιαλείπτως κλαίω
και για ν’ αντέξω μάτια μου πως θα γυρίσεις λέω.

Τις πρώτες μέρες έλεγες θα παίρνεις που και που
τώρα όμως όλα μοιάζουνε κουβέντες του πωπού.
Μ’ αυτόν που έχεις δίπλα σου αν είσαι ευτυχισμένη
στον ύπνο χαμογέλα μου, δε σ’ έχω εγώ χεσμένη.

Έκανες την καρδούλα μου με ρουλεμάν πατίνι,
γνωστοί και φίλοι καρδιακοί λένε πως φταίει εκείνη.
Το όνομά μου ξέχασα, λιώμα και παραπαίω,
από τα πόδια έχασα τη μπάλα, πού είναι οέο;


4 Σεπτεμβρίου 2011

Το εμόν όναρ


Τό ἐμὸν ὄναρ

Αργυρόμαυρης θάλασσας φωτεινή λεωφόρος,
οδηγείς κει που σμίγεις με τ’ απόλυτο σκότος.

Δίδαξές με τις αισθήσεις αφής στ’ ακροδάχτυλα
να μετρώ με το ρίγος πόση έχουν ευλάβεια.

Τιμωρός του χυδαίου και του σκόπιμου λάθους.
Συ, που ελέγχεις τα όρια του άκρατου πάθους.

Καρπός έρωτα, της νυχτιάς με τον πόθο μαζί.
Στα θολά σου τα ίχνη το έχω αφήσει να ζει…